Νέα έρευνα υποστηρίζει ότι το πόσο κλειστά είναι τα μάτια των μωρών όταν κλαίνε δηλώνει αυτό που θέλουν να εκφράσουν κάθε φορά. Όπως δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση «Spanish Journal of Psychology», οτιδήποτε αισθάνονται τα μωρά (πόνο, θυμό, φόβο) που τους προκαλεί δυσαρέσκεια και το εκφράζουν με το κλάμα, συνοδεύεται από την αναλογία του ανοίγματος των ματιών τους. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζει και η ένταση του κλάματος που συνοδεύει την κίνηση των ματιών.

Στη μελέτη τους, οι ειδικοί από το Πανεπιστήμιο της Βαλένθια στην Ισπανία βασίστηκαν στα ηχητικά μοτίβα και κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν το κλάμα σε μωρά 3-18 μηνών. Παρατήρησαν, λοιπόν, ότι τα μωρά που ήταν θυμωμένα είχαν τα μάτια τους μισόκλειστα και η ένταση του κλάματος τους αυξανόταν σταδιακά. Τα μωρά που ήταν τρομαγμένα, κρατούσαν τα μάτια τους ορθάνοιχτα με έντονο βλέμμα, ενώ το κλάμα τους ήταν εκρηκτικό με την έντασή του σταθερά αυξημένη. Τέλος, τα μωρά που έκλαιγαν επειδή πονούσαν, είχαν τα μάτια τους τελείως κλειστά και το κλάμα τους είχε τη μέγιστη ένταση.

Όπως εξηγεί ο δρ. Μαριάνο Τσολίθ, επικεφαλής της έρευνας και καθηγητής Ψυχολογίας, το κλάμα αποτελεί για τα μωρά το βασικό τρόπο επικοινωνίας. Και συμπληρώνει: «Μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για το μοναδικό τρόπο έκφρασης των δυσάρεστων συναισθημάτων τους. Οπότε, τα ευρήματά μας ίσως και να βοηθήσουν τους νέους γονείς να το ερμηνεύουν».

Το κλάμα είναι πάντα ένα σημάδι ότι το μωρό χρειάζεται κάτι. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να μάθουμε να το ερμηνεύουμε.

Το μωρό δεν μπορεί να κλάψει διαφορετικά κάθε φορά που θέλει να εκφράσει μία διαφορετική ανάγκη, όπως μπορούν να κάνουν οι μεγάλοι. Αυτό που αλλάζει είναι ο τόνος ή η ένταση που δείχνουν το μέγεθος της δυσαρέσκειάς του.

Παρατηρώντας λοιπόν αυτά τα δύο στοιχεία μπορείτε να καταλάβετε το λόγο για τον οποίο το μικρό σας είναι δυσαρεστημένο:

– Ένα κλάμα δυνατό και ρυθμικό, το οποίο δυναμώνει σιγά – σιγά, είναι ένδειξη ότι υπάρχει από μικρή έως μέτρια δυσαρέσκεια. Τις περισσότερες φορές εκφράζει έτσι την πείνα του. Σημαίνει ότι μπορεί να ησυχάσει ακόμα και με λίγο νερό, αλλά για λίγο μόνο. Αν όμως του δώσετε γάλα, το πιθανότερο είναι να λύσετε το πρόβλημα.

– Ένα κλάμα αυθόρμητο και πολύ διαπεραστικό από την αρχή είναι δείγμα έντονης δυσαρέσκειας. Θυμίζει τη σειρήνα του ασθενοφόρου, γιατί είναι έντονο και ρυθμικό. Δεν πρέπει να σας πανικοβάλλει. Έντονη δυσαρέσκεια δεν σημαίνει απαραίτητα και πόνος. Εκείνο που ενοχλεί το παιδί τις περισσότερες φορές είναι μία δυσάρεστη αίσθηση για κάτι: μπορεί να σημαίνει ότι το παιδί έχει βραχεί ή έχει λερωθεί, ότι ζεσταίνεται πολύ, ότι θέλει να κάνει ο, τι συνήθως ή ότι το ενοχλεί η πάνα του.

– Ένα κλάμα που εκδηλώνεται πάντα στις ίδιες συνθήκες μάλλον σχετίζεται με την αίσθηση που έχει αυτές τις στιγμές το παιδί. Αν, για παράδειγμα, το μωρό κλαίει κάθε φορά όταν το γδύνετε για να το αλλάξετε ή για να το κάνετε μπάνιο, μπορεί να το ενοχλεί η αίσθηση ότι δεν ακουμπάει τίποτα επάνω στο σώμα του κι έτσι να νιώθει πιο ευάλωτο. Στην περίπτωση αυτή, μια μαλακή πετσετούλα επάνω στην κοιλίτσα του μπορεί να δώσει τη λύση.

Φταίνε οι κολικοί;

Μία από τις αιτίες του ασταμάτητου κλάματος λέγεται ότι είναι και οι κολικοί. Εκδηλώνονται κάθε πρωί την ίδια ώρα (ή αργά το μεσημέρι ή το βράδυ), το μωρό κλαίει απαρηγόρητα και καμία βοήθεια δεν φαίνεται να το ανακουφίζει. Στην πραγματικότητα όμως, οι τελευταίες μελέτες δείχνουν ότι το έντερο και οι συσπάσεις του δεν ενοχοποιούνται πάντα για το κλάμα του μωρού. Η κοιλίτσα που τεντώνεται και σκληραίνει είναι συνέπεια αυτού του έντονου κλάματος -το οποίο είναι οπωσδήποτε το πιο επίμονο και εκνευριστικό- και όχι η αιτία που το προκάλεσε, η οποία δεν είναι γνωστή. Το κλάμα των κολικών ανταποκρίνεται σ’ αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «ο νόμος των τριών»: διαρκεί για τουλάχιστον 3 ώρες, 3 μέρες την εβδομάδα, τουλάχιστον 3 εβδομάδες. Μετά περνάει χωρίς καμία επίπτωση. Μόνο το 10% των κολικών οφείλεται σε διατροφική αλλεργία.