Περίπου 1 στα 20 παιδιά ηλικίας 2 – 4 ετών αντιμετωπίζει δυσκολία στη ροή της ομιλίας. Τα 3 από τα 4 παιδιά που εμφανίζουν συμπτώματα στην ομιλία τους, ξεπερνούν την φάση αυτή μέσα σε μερικές εβδομάδες ή μήνες. Συνηθέστερα ο παροδικός αυτός τραυλισμός ξεπερνιέται μέσα σε ένα εξάμηνο από την αρχική του εκδήλωση.
Ανεξάρτητα με το εάν ή όχι ένα παιδί χρειάζεται λογοθεραπεία, οι ακόλουθες συμβουλές σίγουρα το βοηθούν:
- Δείχνουμε ενδιαφέρον σε ό,τι μας λέει το παιδί (δηλ. στο περιεχόμενο του μηνύματος) και όχι στο πως μας το λέει (δηλ. στη ροή της ομιλίας που μπορεί να είναι δυσχερής). Προσπαθούμε να διατηρούμε οπτική επαφή με το παιδί κατά την διάρκεια της δυσκολίας και δεν αποστρέφουμε το βλέμμα μας, ούτε και αλλάζουμε την έκφραση του προσώπου μας. Δεν ολοκληρώνουμε εμείς την φράση του παιδιού σε στιγμή δυσκολίας – αυτό μπορεί να ματαιώνει ιδιαίτερα το παιδί στην προσπάθειά του.
- Αποδεχόμαστε την δυσκολία και είμαστε υποστηρικτικοί. Ανταποκρινόμαστε στην δυσκολία ομιλίας του παιδιού με τον ίδιο τρόπο που θα κάναμε με οποιαδήποτε άλλη μικροδυσκολία και εάν ανέκυπτε σε κάποια από τις ικανότητες που αναπτύσσουν τα παιδιά μας – όπως, για παράδειγμα, εάν το παιδί περδικλωνόταν ή εάν έχυνε κάτι κάτω.
- Εάν εμείς οι γονείς μιλάμε γρήγορα, ρίχνουμε την ταχύτητα της ομιλίας μας όταν απευθυνόμαστε ή συζητούμε με το παιδί. Το να ζητήσουμε από το παιδί να μιλήσει πιο αργά, να ξαναπεί κάτι ή να πάρει βαθιά ανάσα δεν βοηθά σε καμία περίπτωση – έστω κι αν βραχυπρόθεσμα φαίνεται να έχει κάποια θετικά αποτελέσματα.
- Παρατηρούμε τι αποδυναμώνει και ενισχύει τον τραυλισμό του παιδιού, αλλά αποφεύγουμε να το δούμε σαν ‘πρόβλημα’. Ο τραυλισμός δεν προκαλείται από εμάς τους γονείς, αλλά η ανησυχία μας μπορεί κάλλιστα να ‘περάσει’ από εμάς στο παιδί. Το παιδί, διαισθανόμενο την ανησυχία μας μπορεί να αισθανθεί ξαφνικά ότι κάνει ένα μεγάλο λάθος και αυτό στεναχωρεί ή ενοχλεί τους γονείς.
- Προγραμματίζουμε λίγα λεπτά καθημερινού χρόνου (15-30min αρκούν) όπου δίνουμε την πλήρη προσοχή μας στο παιδί σε μια ήρεμη, χαλαρή ατμόσφαιρα παιχνιδιού. Μπορούμε να παίζουμε με το παιδί ακολουθώντας την δική του πρωτοβουλία και προτίμηση επάνω στο περιεχόμενο του παιχνιδιού μας. Η μπορεί απλά να συζητούμε με το παιδί για ό,τι εκείνο θέλει.
- Περιορίζουμε τον αριθμό των ερωτήσεων που θέτουμε. Εάν δεν μπορούμε να αποφύγουμε κάποια ερώτηση, επιτρέπουμε αρκετό χρόνο στο παιδί για να την απαντήσει, πριν ρωτήσουμε κάτι άλλο. Κατά αυτόν τον τρόπο, το παιδί είναι λιγότερο πιθανό να δεχτεί επικοινωνιακή ‘πίεση’ που συχνά ενισχύσει το τραύλισμα
- Ο καθένας μιλά με την σειρά στο σπίτι, έτσι ώστε κανένας δεν διακόπτεται σε οικογενειακές συζητήσεις. Ένας γονέας- ‘τροχονόμος’ στο σπίτι θα βοηθούσε, εξασφαλίζοντας δημοκρατικές συνθήκες συζήτησης. Έτσι, το παιδί που αντιμετωπίζει δυσκολία θα μάθαινε να περιμένει την σειρά του για να πει κάτι αλλά και δεν θα διακόπτονταν από τα άλλα, περισσότερο ικανά μέλη της οικογενείας.
