Ο Έλληνας σχεδιαστής Βασίλης Ζούλιας με αφορμή την συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας, δημιούργησε μια σειρά από τσάντες, αφιερωμένες στη διαχρονική ντίβα.

Ο Βασίλης Ζούλιας μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram παρουσίασε έξι τσάντες προς τιμήν της, καθεμία έχει το δικό της στυλ, αλλά όλες την ταυτότητα του Maison Zoulias.

Με τη μελωδική συνοδεία της φωνής της, ο Βασίλης Ζούλιας εστιάζει, μέσα από το νέο βίντεο, στις λεπτομέρειες κάθε αξεσουάρ: μπροκάρ, κεντήματα, floral τυπώματα, φλούο colour blocking, τρέσες και καρό, διαφορετική εμφάνιση για κάθε τσάντα, όλες όμως με τα εμβληματικά πορτρέτα της κορυφαίας υψίφωνου.

 

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Vassilis Zoulias (@vzoulias)

Η Diva του 20ου αιώνα, η σοπράνο Μαρία Κάλλας λατρεύτηκε από το κοινό σε όλο τον κόσμο, αλλά ποτέ δεν γνώρισε την πραγματική αγάπη, πίσω από τα φώτα και η ζωή της ήταν ακόμη πιο τραγική από ό, τι η ίδια είχε συνειδητοποιήσει.

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο.

Το 1940 η Μαρία Κάλλας προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Στη συνέχεια και ως το 1945 πρωταγωνίστησε στην Τόσκα (1942, 1943), στον Κάμπο του Ντ’ Αλμπέρ (1944, 1945), στην Καβαλερία Ρουστικάνα (1944), στον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον Φιντέλιο του Μπετόβεν (1944) και την οπερέτα Ο Ζητιάνος Φοιτητής του βιεννέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 η Μαρία Κάλλας επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας.

Το ιταλικό της ντεμπούτο στην Όπερα έγινε στην Αρένα της Βερόνας το 1947 με την Gioconda. Με μάνατζερ τον σύζυγό της συνέχισε να τραγουδά στη Φλωρεντία και στη Βερόνα. Όσο γινόταν διάσημη οι απαιτήσεις της αυξάνονταν.

Το 1954 έκανε το Αμερικάνικο ντεμπούτο της στο Σικάγο με την Norma, όπου θριάμβευσε. Το 1956 τραγούδησε στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης.

Η φωνή της είχε πρόβλημα καθώς και ο γάμος της και τελικά χώρισε, καθώς είχε δημιουργήσει δεσμό με τον Έλληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση.

Στη δεκαετία του ’60 η υπέροχη φωνή της Μαρίας Κάλλας παρουσίασε αισθητή φθορά. Οι εμφανίσεις της μειώθηκαν σιγά – σιγά στο ελάχιστο λόγω συχνών ακυρώσεων.

Παρόλο που αποσύρθηκε επίσημα από την σκηνή στις αρχές της δεκαετίας του ’60 συνέχισε να τραγουδά στην Metropolitan Opera από τον Ιανουάριο του 1964 έως Ιούλιο 1965. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν στο Covent Garden στις 5 Ιουλίου με την Tosca.

Τα νέα από το γάμο του Ωνάση με την Jacqueline Kennedy το 1968 είχαν τόση επίδραση στον ψυχισμό της ντίβα που απομονώθηκε  στο σπίτι της στο Παρίσι.

Το 1971 και 72 δίδαξε Masteclasses στη Σχολή Julliard της Νέας Υόρκης. Παρά την φθίνουσα υγεία της, η Κάλλας συνόδευσε τον φίλο της Di Stefano σε μία διεθνή τουρνέ για να τον βοηθήσει οικονομικά να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη του.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 σε ηλικία 55 ετών η Μαρία Κάλλας ξαφνικά και μυστηριωδώς πέθανε (από καρδιά) στο σπίτι της στο Παρίσι.