Το βράδυ της Τρίτης 10 Μαρτίου ο Λάκης Λαζόπουλος μέσα από το «Αλ Τσαντίρι» μίλησε για την πολυαγαπημένη του μητέρα που έφυγε απ΄τη ζωή στα μέσα του Φλεβάρη, με δάκρυα στα μάτια.

«Στις δύο προηγούμενες εκπομπές είχα πολύ μεγάλη ένταση, χοροπήδαγα τρελά. Ήταν η ύστατη προσπάθεια που έκανα να πείσω τη μητέρα μου από το γυαλί της τηλεόρασης ότι όλα θα πάνε καλά στο δωμάτιο 818 του “Υγεία” όπου βρισκότανε… Η μητέρα μου μου έδωσε τα πάντα, μας έδωσε τα πάντα από αυτά που δεν είχε κι εγώ με τον αδερφό μου της δώσαμε πολλά από αυτά που είχαμε. Η μητέρα μου μεγάλωσε, δούλευε μαζί με την μητέρα της, τη γιαγιά μου, καθαρίζοντας σκάλες και ήταν πολύ ευτυχισμένη που στα γεράματά της δεν βασανίστηκε κι έλεγε “ευχαριστώ το θεό που με αποζημίωσε και δεν περνάω δύσκολα γεράματα”, σε σχέση με αυτή την παιδική ηλικία που είχε», είπε ο ηθοποιός  και παρουσιαστής στους τηλεθεατές και στο κοινό του.

Και συνέχισε: «Σε έναν άνθρωπο που έχει κάνει τόσα ξενύχτια για σένα, το να κάνεις εσύ 10-15 νιώθεις ότι είναι κάτι λίγο. Τον τελευταίο καιρό που πάλευα μέσα μου, μπλοκάρισα. Οι συνεργάτες μου μου μίλαγαν τέσσερις φορές και δεν άκουγα τίποτα, δεν καταλάβαινα τίποτα. Τώρα βέβαια θα μου πεις ότι όταν είναι κάποια ώρα και φεύγει ένας άνθρωπος ευτυχισμένα και στην ώρα του είναι ωραία, αλλά όταν έχεις την ίδια ενέργεια και μία σκέψη παράλληλη, νομίζω ότι χάνεις το μυαλό σου, την ψυχή σου, το σώμα σου».

«Δεν κλαίω γιατί δεν θεωρώ παράλογο ότι έφυγε. Έφυγε μια χαρά, ευτυχισμένη, με χιούμορ μέχρι τελευταία ώρα. Τις τελευταίες φράσεις που είπαμε, είχε δει την εκπομπή που έλεγα εγώ τον άλλον ολοζώντανο και μου λέει “εγώ είμαι ολοζώντανη”, της λέω “ε, όχι δεν είσαι και ολοζώντανη”, μου λέει “μισοζώντανη;”. Θέλω να πω ότι δεν χάθηκε τίποτα και γι’ αυτό ευχαριστώ πραγματικά τους γιατρούς του «Υγεία». Ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό να γίνει, έγινε. Απλά μην το πάρετε ανάποδα αυτό που θα πω, αλλά ο τρόπος για να ευχαριστιέμαι εγώ όλα αυτά τα χρόνια, ήταν να ευχαριστιούνται οι δικοί μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Στο σπίτι μου έβαλα αυτή τη φωτογραφία και έτσι θέλω να την θυμάμαι, χαρούμενη…», κατέληξε ο Λάκης.