Ολοκληρώνοντας το σχολείο στην Κέρκυρα, παιδί ακόμα ο Γιώργος Κατσαρός ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Πάντειο Σχολή.

Το πρωί ήταν φοιτητής και το βράδυ έπαιζε σε καμπαρέ της Τρούμπας στον Πειραιά για να βγάλει το χαρτζιλίκι του.

Τίποτα δεν του δόθηκε απλόχερα και χρειάστηκε να παλέψει πολύ για να πετύχει. Σε συνέντευξή του στο «Λοιπόν» μιλάει για τα φτωχικά αλλά και τα δύσκολα χρόνια που πέρασε.

Έχετε ζήσει μεγάλο κομμάτι της καλλιτεχνικής ιστορίας της χώρας μας. Ποιες είναι οι διαφορές των καλλιτεχνών τότε από τους σημερινούς;

«Στις δύσκολες αυτές περιόδους ήμουν μωρό, από αυτά που έχω ακούσει… Η διαφορά είναι ότι ο κόσμος τώρα έμαθε σε μία άνεση, με 2 – 3 αυτοκίνητα και σπίτια, με τα καφέ, τα μπαρ, τα εστιατόρια, τις ταβέρνες. Θυμάμαι, μικρός ότι δεν είχα να πιω γάλα, το κρέας δεν ήξερα πως ήταν για να φάω, την εποχή που ήμουν 4 χρονών, παρόλο που ο πατέρας μου στην Κέρκυρα είχε ταβέρνα. Κι όμως, δεν είχαμε να φάμε κρέας. Πέρασα πάρα πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια».

Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή στη ζωή σας;

«Όταν πέθανε ο πατέρας μου. Ήμουν μικρός, δεν ήξερα τι θα συμβεί, αλλά ευτυχώς, η μητέρα μου πήρε τα ηνία αμέσως. Ήμουν ήδη μουσικός στην Κέρκυρα, στη φιλαρμονική. Έπαιζα βιολί από 7 χρονών και σαξόφωνο στα 10. Δεν ήξερα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, μέχρι καπετάνιος έλεγα ότι ήθελα να γίνω, επειδή αγαπάω πολύ τη θάλασσα. Ο πατέρας μου ήταν από τους πρώτους που «έφαγε ξύλο» από τα στρατεύματα κατοχής στην Κέρκυρα, γιατί δεν χαιρέτισε φασιστικά την ιταλική σημαία. Ήταν πατριώτης και τον είχανε «μαρκάρει» οι καραμπινιέροι. Ήταν αδύνατος, υπέφερε λίγο, δεν ήταν φυματικός, αλλά τον κάνανε αυτοί. Ήρθε στην Αθήνα και πέθανε στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Πολλές δυσκολίες, αλλά τα έβγαλα πέρα, κι όχι μόνο για εμένα, αλλά και για πολλούς άλλους, που σήμερα είναι μεγάλοι καλλιτέχνες. Υπάρχουν τραγουδιστές που τους έχω δώσει το «φιλί της ζωής» και έχουν να με πάρουν τηλέφωνο 10 χρόνια. Δεν με πειράζει, όταν τους βλέπω, τους αγκαλιάζω και τους φιλάω. Δεν τους το λέω».