Η εφηβεία χαρακτηρίζεται ως “δεύτερη γέννηση” κατά την οποία ο “ομφάλιος λώρος” τον οποίο ο νέος καλείται να κόψει. Είναι η εξάρτηση από τους γονείς και ο προστατευτικός πλακούντας που πρέπει να αποχωριστεί είναι η οικογενειακή θαλπωρή και προστασία.

Η εφηβεία αναφέρεται περίπου στις ηλικίες των 11½-18 χρόνων. Υπάρχουν, όμως, και μεγάλες ατομικές διαφορές. Στην πραγματικότητα, η εφηβεία πολλές φορές παίρνει πολλά χρόνια να ολοκληρωθεί ή και δεν ολοκληρώνεται ποτέ! Εξαρτάται πότε το άτομο θα καταφέρει να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του σε όλους τους τομείς: συναισθηματικά, επαγγελματικά, οικονομικά, κ.ά.

Έχοντας, λοιπόν, αυτά τα βασικά γνωρίσματα κατά νουν οι γονείς, προχωρούν στη διαμόρφωση σχέσεων με τους εφήβους τους, σχέσεις οι οποίες θα πρέπει να είναι βασισμένες στην άνευ όρων αγάπη, τον σεβασμό και την κατανόηση.

Ερευνητικά δεδομένα, εξάλλου, έδειξαν ότι αυτό που επηρεάζει τους έφηβους δεν είναι αυτά που τους λένε οι γονείς τους, αλλά αυτά που αισθάνονται και αντιλαμβάνονται από τη συμπεριφορά των γονιών. Με λίγα λόγια είναι οι πράξεις των γονιών που έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία παρά τα λόγια, για τον παραδειγματισμό των εφήβων.

Στις σχέσεις του, με τους μεγαλύτερους, ο έφηβος χρειάζεται όρια που τίθενται από τη συνεπή παρουσία των ενηλίκων και του παρέχουν την αίσθηση αυτής της σιγουριάς. Επίσης, χρειάζεται όρια για να μπορέσει να αντιπαρατεθεί, να αναμετρηθεί. Του είναι απαραίτητη η ύπαρξη κάποιου με τον οποίο να μπορεί να συγκρουστεί, και ο οποίος να “αντέχει” στα “χυπήματα” .Επομένως, έχει ανάγκη να ανήκει σε μια δομή που δεν καταρρέει από την επιθετικότητά του ούτε έχει διάθεση αντεκδίκησης. Ο έφηβος, με άλλα λόγια, δεν αντέχει να βλέπει τους γονείς του αδύναμους.

Στο καθαυτό θέμα της επικοινωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε, γενικά ότι “Ζωή χωρίς σωστή επικοινωνία, σημαίνει ζωή χωρίς αγάπη και ζωή χωρίς αγάπη, σημαίνει ζωή χωρίς νόημα, άδεια ζωή”. Η πληρότητα και το νόημα της ζωής βρίσκεται στη σχέση μας με τον άλλο. Το γνωστό ρητό “Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”, παίρνει σήμερα άλλη πιο ουσιαστική μορφή και μετατρέπεται στη ρήση “Σχετίζομαι άρα υπάρχω”, τονίζοντας τη σπουδαιότητα ύπαρξης ουσιαστικών διαπροσωπικών σχέσεων για τη δημιουργία ψυχικής και συναισθηματικής υγείας. Και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να επικοινωνήσουμε είναι η αγάπη. Όλοι σήμερα μιλάμε για αγάπη.

Αγάπη σημαίνει να επιτρέπω στον άλλο να λειτουργεί στο δικό του χώρο, με το δικό του τρόπο και να χαίρομαι για αυτό. H αληθινή αγάπη, επίσης, προϋποθέτει και θυσία.

Όλοι θέλουμε να μας αγαπάνε διότι έτσι νιώθουμε ότι αξίζουμε (κι έτσι σεβόμαστε, εκτιμούμε και αγαπάμε τον εαυτό μας). Η Αγάπη, θα μπορούσαμε να πούμε είναι, χωρίς υπερβολή, το καλύτερο ψυχοφάρμακο.

Στην προσπάθειά μας, εξάλλου, να επικοινωνήσουμε καλύτερα με τα παιδιά μας, είναι επίσης χρήσιμο να θυμόμαστε την τακτική της αναγνώρισης των καλών πραγμάτων που κάνει ο έφηβος και στη συνέχεια την έκφραση επαίνου για αυτά, τεχνική η οποία στην πράξη έχει φανεί πολύ αποτελεσματική και μπορεί να αποδώσει πολλά. Ανοίγει κανάλια επικοινωνίας μεταξύ των γονιών και των εφήβων, μειώνει το στρες στην οικογένεια και κτίζει την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση των εφήβων.

Στηρίζουμε, λοιπόν, τα παιδιά μας, για να ανεβεί η αυτοεκτίμηση τους (έπαινος , ευχαριστώ για μια καλή πράξη κτλ.) και έτσι να βάζουν γερά θεμέλια και να κτίζουν την αυτοπεποίθηση των παιδιών μας. Γιατί, «ένα παιδί που θα εισπράξει από τους γονείς του την πίστη ότι αξίζει και ότι είναι χρήσιμο, δεν έχει ανάγκη να αναπτύξει καταστρεπτικές συνήθειες. Δεν καταφεύγει στα ναρκωτικά και στην εξέγερση. Έχει πνεύμα συνεργασίας, αίσθηση υπευθυνότητας και μια θετική στάση απέναντι στη ζωή».