Μία εξέταση αίματος προβλέπει με ακρίβεια 90% την αυτοκτονία

Μία εξέταση αίματος προβλέπει με ακρίβεια 90% την αυτοκτονία

Μία εξέταση αίματος που μπορεί να προβλέπει με ακρίβεια 90% αν κάποιος έχει αυξημένες πιθανότητες να κάνει απόπειρα αυτοκτονίας επινόησαν επιστήμονες από τις ΗΠΑ.

Η εξέταση βασίζεται σε ένα γονίδιο που λέγεται SKA2 και παίζει ρόλο στις αντιδράσεις μας στο στρες. Όταν αυτό το γονίδιο υφίσταται μία επιγενετική τροποποίηση (σ.σ. είναι η αλλαγή στη λειτουργία του, αλλά όχι και στη δομή του),παίζει σημαντικό ρόλο στην μετατροπή του καθημερινού στρες σε αυτοκτονικές τάσεις, σύμφωνα με το Web Only.

Εντοπίζοντας, λοιπόν, οι γιατροί αυτή τη μεταλλαγή, είναι πιθανό να μπορούν να προβλέψουν ποιος έχει αυτοκτονικό ιδεασμό και έτσι να τον φροντίσουν ώστε να μην βλάψει τον εαυτό του.

Το SKA2 εκφράζεται στον προμετωπιαίο φλοιό του εγκεφάλου - την περιοχή που παίζει ρόλο στις αρνητικές σκέψεις και τον έλεγχο των παρορμήσεων.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το γονίδιο καταστέλλει τη δράση των ορμονών του στρες και ιδίως της κορτιζόλης, διατηρώντας έτσι υπό έλεγχο το άγχος μας.

Εάν, όμως, ο οργανισμός δεν διαθέτει αρκετό SKA2 ή αυτό είναι τροποποιημένο, η δράση της κορτιζόλης είναι ανεξέλεγκτη, με συνέπεια να αναπτύσσεται αυτοκτονικός ιδεασμός.

Όπως εξηγούν οι ερευνητές στην «Αμερικανική Επιθεώρηση Ψυχιατρικής» (AJP), εξέτασαν το γονίδιο SKA2 σε δείγματα εγκεφάλου από ψυχικώς πάσχοντες και άτομα δίχως πρόβλημα ψυχικής υγείας, διαπιστώνοντας πως τα επίπεδά του ήταν σημαντικά χαμηλότερα σε όσους είχαν αυτοκτονήσει.

Επιπλέον, το γονίδιο λειτουργούσε με διαφορετικό τρόπο στους αυτόχειρες, διότι είχε υποστεί μία επιγενετική τροποποίηση που είχε προσθέσει ορισμένες χημικές ουσίες (λέγονται ομάδες μεθυλίου) στο γονίδιο.

Οι επιστήμονες αναζήτησαν στη συνέχεια την μεθυλίωση, όπως λέγεται αυτή η προσθήκη, σε δείγματα αίματος από τρεις ομάδες εθελοντών, η μεγαλύτερη εκ των οποίων αποτελείτο από 325 άτομα, για να εξακριβώσουν εάν πάλι θα συσχετιζόταν με τον αυτοκτονικό ιδεασμό.

Η συσχέτιση αυτή όχι μόνο ήταν υπαρκτή, αλλά η εξέταση μπόρεσε να προβλέψει με ακρίβεια 80% κατά μέσον όρο ποιοι από τους εθελοντές είχαν αυτοκτονικό ιδεασμό ή είχαν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και ποιοι όχι.

Η ακρίβειά της όμως στις πιο βαριές περιπτώσεις (οι εθελοντές είχαν ήδη κάνει απόπειρα) ήταν 90%, ενώ στους ηλικιακά νεώτερους εθελοντές ήταν 96%.

«Η αυτοκτονία είναι ένα πρόβλημα δημοσίας υγείας που μπορεί να αποτραπεί, αλλά έως τώρα δεν είχαμε κάποιο αξιόπιστο τρόπο για να ξέρουμε εκ των προτέρων εάν κάποιος έχει αυτοκτονικό ιδεασμό», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Ζάκαρι Άαρον Καμίνσκι, επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής & Συμπεριφορικών Επιστημών στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Τζωνς Χόπκινς.

Και συνέχισε: «Αν και το εύρημά μας πρέπει να επιβεβαιωθεί σε μεγαλύτερους πληθυσμούς, πιστεύουμε ότι το γονίδιο που εντοπίσαμε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εντοπίζονται εγκαίρως όσοι κινδυνεύουν να βλάψουν τον εαυτό τους».

Scroll To Top