Η υποχονδρία κατατάσσεται στην ευρύτερη διαγνωστική ομάδα των Διαταραχών Σωματοποίησης. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται ψυχικές διαταραχές που υπαινίσσονται μια οργανική αιτιότητα ή ασθένεια, η οποία όμως ποτέ δεν υφίσταται, αλλά και δεν εντοπίζεται, καθώς τα αίτια αυτής είναι αμιγώς ψυχολογικά.

Ο υποχονδριακός ασθενής νιώθει έντονο άγχος, έως και πανικό, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του.

Περιγράφει στον γιατρό το παραμικρό σύμπτωμά του με εξαιρετική λεπτομέρεια, δραματικά, σαν να επέρχεται “το τέλος του κόσμου”. Γνωρίζει μάλιστα και ο ίδιος ειδικές ιατρικές πληροφορίες και είναι πρόθυμος να τις αναφέρει στον γιατρό για να τον “βοηθήσει”.

Όταν όμως ο γιατρός αποφαίνεται ότι “το πρόβλημα είναι καθαρά ψυχολογικό” ή ότι “δεν είναι τίποτα”, ο ίδιος αντιδρά έντονα! Δεν κατανοεί την ψυχολογική διάσταση των συμπτωμάτων του και δεν απευθύνεται ποτέ σε ειδικό ψυχικής υγείας. Παράλληλα, θεωρεί βέβαιο ότι ο γιατρός τού κρύβει την αλήθεια, γιατί η κατάστασή του είναι πράγματι εξαιρετικά σοβαρή.

Αίτια

Τα αίτια της υποχονδρίας εντοπίζονται σε πολλαπλά επίπεδα. Τα συμπτώματα, όπως και άλλα ψυχοσωματικά προβλήματα, αποδίδονται σε βαθύτερες ενδοψυχικές συγκρούσεις, τις οποίες ο πάσχων αδυνατεί να επιλύσει σε συνειδητό επίπεδο.

Ο σωματικός πόνος ή οι ενοχλήσεις εκφράζουν τις συγκρούσεις συμβολικά, “προστατεύοντας” το άτομο από τη συνειδητοποίησή τους. Ο ασθενής “υποφέρει”, αποφεύγει όμως μια “χειρότερη” εκδοχή: το έντονο άγχος και την ενδεχόμενη ψυχική διάλυση. Τα ψυχοσωματικά προβλήματα, επίσης συσχετίζονται με απωθημένα συναισθήματα θυμού και επιθετικότητας. Συχνή είναι η εκδήλωση γαστρεντερικών συμπτωμάτων, πονοκεφάλων κλπ.

Παράλληλα, ο πάσχων έχει μάθει, σε πολλές περιπτώσεις από εξαιρετικά νεαρή ηλικία, να αποσπά την προσοχή και τη φροντίδα των άλλων λαμβάνοντας “το ρόλο του ασθενούς”. Οι γονείς του ήταν υπερπροστατευτικοί και έδιναν ιδιαίτερη σημασία σε θέματα υγείας. Έτσι και ο ίδιος έχει αφομοιώσει καλά το “ρόλο” του: επιβάλλεται και μονοπωλεί συζητήσεις που αφορούν θέματα υγείας και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και αντιμετώπιση, καθώς ο ίδιος είναι εξαιρετικά “άρρωστος”. Σημαντική είναι και η εκδήλωση “σφαλμάτων” γνωστικής επεξεργασίας και αντίληψης των σωματικών ερεθισμάτων.

Αισθητηριακά ερεθίσματα και των πιο φυσιολογικών αντανακλαστικών του ανθρώπινου σώματος μεγαλοποιούνται, “παραμορφώνονται”. Παράλληλα, η γνωστική επεξεργασία επιτελείται με μη εποικοδομητικό τρόπο: η σκέψη είναι αρνητική, συμπεράσματα προκύπτουν άνευ στοιχείων και αποδείξεων. Η παραμικρή ενόχληση αποτελεί ένδειξη καρκίνου, έλκους, εμφράγματος κ.λπ., αντί απλής κούρασης, δυσπεψίας.

Τέλος, οι υποχονδριακοί ασθενείς εκδηλώνουν δυσκολία στην έκφραση και το χειρισμό των συναισθημάτων: σκέφτονται με έναν συγκεκριμένο και απόλυτο τρόπο, πρακτικό, με όρους οργανικής και όχι ψυχικής υγείας. Οι έννοιες της συναισθηματικής έκφρασης, της υποκειμενικότητας, του αφηρημένου τούς είναι σχεδόν άγνωστες. Ερευνητικές μελέτες τονίζουν ότι οι υποχονδριακοί ασθενείς πάσχουν από αλεξιθυμία: τη δυσκολία να εκφράσουν συναισθήματα με λέξεις και λόγια, καταλήγοντας στην έκφραση αυτών μέσω σωματικών ενοχλήσεων.

Επιπτώσεις

Οι επιπτώσεις της υποχονδρίας στην καθημερινή ζωή του ατόμου είναι σημαντικές. Το οικογενειακό και άμεσα οικείο περιβάλλον βιώνει μια έκρυθμη κατάσταση, συχνά οι ίδιοι αναζητούν βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κατάσταση πιο αποτελεσματικά. Σημαντικές είναι οι συνέπειες και στον επαγγελματικό τομέα, καθώς επέρχονται προβλήματα διαπροσωπικών σχέσεων και αποδοτικότητας στο χώρο εργασίας. Η σχέση με τον γιατρό επίσης επιβαρύνεται, ο γιατρός εξαντλεί σταδιακά τα αποθέματα των δυνάμεών του, νιώθει ότι δεν έχει άλλη υπομονή να καθησυχάζει και να πείθει διαρκώς τον ασθενή ότι “είναι απολύτως υγιής”. Τέλος, οι επαναλαμβανόμενες εξετάσεις δημιουργούν περαιτέρω επιπλοκές, κυρίως όμως σοβαρές οικονομικές επιβαρύνσεις στον ίδιο τον πάσχοντα και στην οικογένειά του.

Αντιμετώπιση

Η αντιμετώπιση της υποχονδρίας απαιτεί ολιστική θεραπευτική θεώρηση. Τονίζεται ιδιαίτερα η σημασία της ποιότητας της σχέσης γιατρού-ασθενούς, καθώς ο γιατρός καλείται περισσότερο να “ακούσει” παρά να “κάνει” κάτι για το συγκεκριμένο πρόβλημα. Η δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης αποτελεί τη βάση στην οποία θα “χτιστεί” οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση για εξέταση και θεραπεία.